Τα άτομα με νοητική καθυστέρηση και οι δυνατότητες τους

Τα άτομα με νοητική καθυστέρηση και οι δυνατότητες τους

Η νοητική καθυστέρηση είναι μία «κατηγορία» ειδικών αναγκών. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ύπαρξης της είναι ποικίλα και διαμορφώνονται υπό το πρίσμα κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών παραγόντων. Συχνά, ακούγεται ο όρος «δείκτης νοημοσύνης» ή απλά, «νοημοσύνη».

Η σημασία του δείκτη νοημοσύνης είναι ότι  προσφέρει στοιχεία για το νοητικό λειτουργικό του ατόμου σε σύγκριση με το μέσο όρο νοητικής λειτουργίας μίας ομάδας συνομηλίκων που έχουν τυπική ανάπτυξη. Η χρησιμότητα που έχει αυτός ο όρος έγκειται στον αντικειμενικό προσδιορισμό (ποσοτικό και ποιοτικό) των δυνατοτήτων που έχει ένα άτομο με νοητική καθυστέρηση από ένα άλλο άτομο με νοητική καθυστέρηση.

Ο δείκτης νοημοσύνης δεν έχει σκοπό να βάλει ετικέτα στα άτομα και να τα διαχωρίσει σε έξυπνα ή λιγότερο έξυπνα. έχει ως στόχο να βοηθήσει το άτομο να αποκτήσει ορισμένες δεξιότητες που του είναι απαραίτητες για την καθημερινή του διαβίωση ή να βελτιώσει  τις ήδη υπάρχουσες δεξιότητες. Επίσης, αποσκοπεί να προσδιορίσει το είδος του σχολείου που θα ενσωματωθεί και τη «διαφορετική» παιδαγωγική παρέμβαση που θα λάβει ανάλογα με το είδος των αναγκών που έχει (Κουλάκογλου 2002). Με τον όρο «διαφορετική»  παρέμβαση εννοείται η διδασκαλία που είναι εμπλουτισμένη με πολλές μεθόδους και μέσα (οπτικά, ακουστικά, νέες τεχνολογίες) έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η αφομοίωση της γνώσης.

Ο δείκτης νοημοσύνης προκύπτει από το γινόμενο της χρονολογικής ηλικίας προς τη νοητική ηλικία, πολλαπλασιαζόμενο επί το εκατό.

Νοητική ηλικία           *100

Χρονολογική ηλικία

Για την καλύτερη αντιμετώπιση των αναγκών όλων των ατόμων με νοητική καθυστέρηση διαμορφώθηκε ο εξής διαχωρισμός: ελαφρά, μέτρια, σοβαρή και βαριά νοητική καθυστέρηση (Wehmeyer 2003, Πολυχρονοπούλου 2001)                                      

Η ελαφρά νοητική καθυστέρηση περιλαμβάνει άτομα με δείκτη νοημοσύνης 50-55 με απόκλιση μέχρι 70. Η μέτρια αφορά στα άτομα με δείκτη νοημοσύνης 35-40 με απόκλιση 50-55, η σοβαρή περιλαμβάνει άτομα με δείκτη νοημοσύνης 20-25 με απόκλιση 35-40 και βαριά νοητική καθυστέρηση έχει  με δείκτη  νοημοσύνης 25 και χαμηλότερο.

Ελαφρά νοητική καθυστέρηση παρουσιάζει το μεγαλύτερο ποσοστό των ατόμων με νοητική καθυστέρηση. Σύμφωνα με την Πολυχρονοπούλου (2001: 67-68), αυτό είναι το 85% του συνόλου των ατόμων με νοητική καθυστέρηση. Εάν το περιβάλλον που ζουν είναι ευνοϊκό και τύχουν κατάλληλης εκπαίδευσης, δεν «ξεχωρίζουν» από τα άτομα τυπικής ανάπτυξης και μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των σχολικών μαθημάτων, να βελτιώσουν και να γενικεύσουν τις κοινωνικές τους δεξιότητες και να μπορέσουν να διατηρήσουν αυτονομία στη διαβίωση τους.

Η μέτρια νοητική καθυστέρηση καλύπτει το 7-10% του συνολικού πληθυσμού των ατόμων με νοητική καθυστέρηση (Πολυχρονοπούλου 2001: 68). Με την ενσωμάτωσή τους στο κατάλληλο εκπαιδευτικό πλαίσιο και τις απαραίτητες τροποποιήσεις στο σχολικό πρόγραμμα, τα παιδιά  μπορούν να ανταποκριθούν σε δεξιότητες ανάγνωσης και γραφής, να αποκτήσουν στοιχειώδεις μαθηματικές δεξιότητες, καθώς επίσης να αυτοεξυπηρετούνται σε καθημερινές ανάγκες. Ως ενήλικες μπορούν να απασχοληθούν σε μία απλή δουλειά με στήριξη από κάποιον ενήλικα τυπικής ανάπτυξης ή και να ζήσουν κάτω από ημι-αυτόνομο περιβάλλον.

Ειδικά, όσον αφορά στα παιδιά με ελαφρά νοητική καθυστέρηση και την πρόοδό τους στο μαθησιακό τομέα, παρατηρείται ότι καταφέρνουν  να γίνουν «λειτουργικοί αναγνώστες» αλλά και να ενισχύσουν το γραπτό και τον προφορικό τους λόγο.

Σχετικά με τα άτομα με σοβαρή και βαριά νοητική καθυστέρηση,  χρειάζονται δια βίου την επίβλεψη των ατόμων που τους φροντίζουν. Ως προτεραιότητα στη διδασκαλία τους τίθεται η εξάσκηση σε δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης και σε κοινωνικές δεξιότητες γιατί αυτές έχουν μεγαλύτερο βαθμό σημαντικότητας για την ποιοτική διαβίωση τους. Μπορούν να δεχθούν παρέμβαση και βελτίωση σε ό,τι αφορά την επικοινωνία.

Οι σύγχρονες τάσεις της παιδαγωγικής, ανά τον κόσμο, προβλέπουν για τα παιδιά με ελαφρά και μέτρια νοητική καθυστέρηση την ενσωμάτωσή τους στα γενικά σχολεία. Στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, προτείνεται η παρακολούθηση σε τμήματα ένταξης ή, η παράλληλη στήριξη από ειδικό παιδαγωγό ο οποίος λειτουργεί βοηθητικά και υποστηρικτικά μέσα στη γενική τάξη. Έχει αποδειχθεί ότι τα παιδιά ωφελούνται από αυτό το πλαίσιο περισσότερο σε σχέση με την ένταξη τους σε ειδικά σχολεία.

Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά με νοητική καθυστέρηση γνωρίζουν ένα βαθμό περιθωριοποίησης από την έναρξη της παιδικής ηλικίας. Η περιθωριοποίηση σε πολλές περιπτώσεις φτάνει τα επίπεδα του κοινωνικού ρατσισμού. Η συμπεριφορά αυτή προκαλείται κυρίως από τους συνομηλίκους τους στο σχολικό περιβάλλον. Ενδιαφέρον είναι ότι τα παιδιά της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας τείνουν να συνδέουν τη νοητική καθυστέρηση με την εξωτερική εμφάνιση. Στην έρευνα του Goodman (1990), σε ερωτήσεις ανοιχτού τύπου, ως “επιθυμητό” και “αποδεκτό” ορίζεται το παιδί που τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του και η σωματική του εμφάνιση δε διαφέρει (δηλαδή δε μειονεκτεί) από τα υπόλοιπα ή υπερέχει από αυτά. Παρόμοια συμπεράσματα προκύπτουν και από την έρευνα των Lewis & Lewis (Goodman 1990). Ως “παράξενα” παιδιά καθορίζονται αυτά που έχουν κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στο περπάτημα, στην κίνηση ή την εμφάνιση τους. Στην ίδια “κατηγορία”, αλλά σε χαμηλότερο ποσοστό, κατατάσσονται και όσα παιδιά έχουν χαμηλές γνωστικές ικανότητες (Goodman 1990).

Όταν οι αντιλήψεις τέτοιου είδους γενικεύονται, προκαλούνται ανάλογες συμπεριφορές από τα παιδιά τυπικής ανάπτυξης προς αυτά που αντιμετωπίζουν κάποια δυσκολία. Εκδηλώνουν περιφρόνηση, χλευασμούς και πολλές φορές αρνούνται να αλληλεπιδράσουν μαζί τους. Ως επακόλουθο είναι ότι ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών με νοητική καθυστέρηση διαμορφώνει την αντίληψη του εαυτού του έχοντας χαμηλή αυτό-εικόνα και αυτοπεποίθηση (Goodman 1990).

Το επίπεδο της αυτό-εκτίμησης των παιδιών με νοητική καθυστέρηση είναι  χαμηλότερο σε σύγκριση με συνομηλίκους τυπικής ανάπτυξης. Αυτό προκύπτει μέσα από απαντήσεις των ίδιων των παιδιών όπως και μέσα από τη συστηματική παρατήρηση των σχέσεων που αναπτύσσουν με άλλα πρόσωπα. Είναι σύνηθες φαινόμενο η αποστασιοποίησή τους από τα κοινωνικά δρώμενα εξαιτίας της πεποίθησής τους ότι δεν μπορούν να συμμετέχουν.  Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις παιδιών που κατέληξαν σε πλήρη απομόνωση και περιθωριοποίηση (Duvdevany et al 2002).

Στην έρευνα των Siperstein/ Leffert (1997) αναζητήθηκαν τα κριτήρια που επηρεάζουν το κοινωνικό προφίλ των παιδιών με νοητική καθυστέρηση. Ένα από τα σημαντικότερα κριτήρια είναι η κοινωνική συμπεριφορά των ίδιων των παιδιών. Όσα έχουν καταφέρει να παρουσιάζουν αναπτυγμένες κοινωνικές δεξιότητες οδηγούνται μελλοντικά σε αλληλεπίδραση με τους συμμαθητές τους. Το γεγονός αυτό λειτουργεί επανατροφοδοτικά ώστε να συνεχίζεται η αλληλεπίδραση. Τα ίδια τα παιδιά εισπράττουν θετικά συναισθήματα από αυτό το γεγονός. Αντίθετα, όσα παιδιά για κάποιους λόγους δεν έχουν αναπτύξει κοινωνικές δεξιότητες δυσκολεύονται στην προσαρμογή και την αλληλεπίδραση.

Γίνεται λοιπόν, για άλλη μια φορά αντιληπτό πόσο χρειάζεται η άγνοια να γίνει γνώση και να γίνει ευαισθητοποίηση προς όλα αυτά τα άτομα που χρειάζονται απλά και μόνο, την ισότιμη αντιμετώπιση!!!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s